Πρόσφατα δημιουργήθηκε μια επιτροπή συναδέλφων και όχι μόνον για την αναμόρφωση της Δασικής Νομοθεσίας. Θεωρώ ότι στα σχετικά άρθρα που πρόκειται να επεξεργαστεί, σίγουρα θα πρέπει να αποφανθεί (πιθανόν στις πράξεις χαρακτηρισμού), για το ποια είδη χαρακτηρίζουν δάσος ή μη δάσος. Η επιστημονική τεκμηρίωση του ζητήματος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εν προκειμένω καταθέτω κάποιες προσωπικές απόψεις, που ενδεχομένως κάποιοι να θεωρούν λανθασμένες. Θα μπορούσε να αναπτυχθεί βέβαια μέσα από το φύλλο της Πανελλήνιας Κίνησης Δασολόγων (που κάποτε πιστεύω ότι την υπηρέτησα) ένας γόνιμος διάλογος και να προστεθούν και άλλες σχετικές απόψεις που να διέφυγαν της δική μου προσοχής. Το όλο θέμα έχει και ευρύτερη σημασία και μπορεί ίσως να δοθούν κάποιες χρήσιμες απαντήσεις σε συναδέλφους που έχουν αντίστοιχο ενδιαφέρον. Δεχθείτε εξ αρχής ότι δεν θέλω να κάνω τον έξυπνο, και τα όσα πρόκειται να διατυπώσω, απορρέουν από την καθημερινή σχεδόν ενασχόληση με το επιστημονικό αντικείμενο που διακονώ.
Με τον όρο «δασικά φυτικά είδη» θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν εκείνα που συνθέτουν τη χλωρίδα ενός δασικού οικοσυστήματος γενικώς, προφανώς όχι μόνο εκείνα που έχουν ξυλώδη κορμό (δένδρα, θάμνοι) αλλά και εκείνα που έχουν λυγνιτοποιημένους τους κλάδους, όπως είναι για παράδειγμα τα φρύγανα. Επίσης θα πρέπει να συμπεριληφθούν όλα τα ποώδη φυτά που βρίσκονται στον υπώροφο των δασών και των θαμνώνων καθώς και στα διάκενα και τις κρασπεδικές καταστάσεις των δασών και των θαμνώνων και συνοδεύουν πάντα τους διαφόρους τύπους δασών, όπως περιγράφονται από την φυτοκοινωνιολογία.
Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι η δασική βλάστηση στην Ελλάδα έχει υποστεί διάφορες και μακροχρόνιες διαφοροποιήσεις κυρίως από τη δράση του ανθρώπου (βοσκή, πυρκαγιές, εκχερσώσεις) και λιγότερο από φυσικά αίτια (σεισμούς, ερπυσμούς, εκρήξεις ηφαιστείων, πλημμύρες κλπ), με αποτέλεσμα οι αρχικοί συμπαγείς δασικοί σχηματισμοί να διασπαστούν, να διαφοροποιηθούν ως προς το μέγεθος, τη δομή και τη σύνθεση και στις πεδινές περιοχές και στις ψηλές «γυμνές» κορυφές των ορέων να καταστραφούν τελείως. Στις πεδινές περιοχές, για την εξασφάλιση γεωργικών εδαφών και στις κορυφές για τη δημιουργία θερινών βοσκοτόπων.
Η ανατροπή της φυσικής κατάστασης των δασών δεν σημαίνει ότι συνετέλεσε σε εξαφανίσεις ειδών, που ίσως να είχαμε και τέτοιου είδους απώλειες, ούτε και ότι δημιουργήθηκαν νέα είδη, που ούτε αυτό θα μπορούσε να αποκλεισθεί, αν και φαίνεται απίθανο, αλλά κυρίως ότι δημιουργήθηκαν καταστάσεις υποβάθμισης ισχυρότερες ή ηπιότερες κατά περίπτωση. Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η επικράτηση ειδών (θάμνων, φρυγάνων, ποών) που συμμετείχαν στη αρχική σύνθεση των δασών, αλλά όχι με τη σημερινή αφθονία. Το ότι κάποια από αυτά βρίσκονται εκτός των δασικών σχηματισμών δεν σημαίνει ότι δεν είναι δασικά.
Και για να κάνουμε μια επιπλέον διευκρίνιση, ίσως θα πρέπει να διαχωρίσουμε από το δασικό χαρακτήρα μόνο τα φυτά που αναπτύσσονται σε καθαρά ανθρωπογενή περιβάλλοντα, όπως σε απορρίμματα, προσχώσεις, ερείπια, πρανή μονοπατιών και δρόμων και χαρακτηρίζονται γενικώς ως νιτρόφιλα είδη, ή με τον διεθνή όρο «ruderals». Στις περιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν και τα είδη που αναπτύσσονται σε αστικό περιβάλλον, όπως τα ρείθρα των δρόμων, τα χάσματα των πεζοδρομίων, χάσματα λιθοδομών και των ερειπίων κλπ. Η επικράτηση αυτών των ειδών στις παραπάνω περιπτώσεις, δεν σημαίνει ότι απαγορεύει και τη συμμετοχή δασικών ειδών, που είναι συχνή. Άλλωστε και τα λεγόμενα νιτρόφιλα είδη δεν απουσίαζαν από τους αρχικούς δασικούς σχηματισμούς, δεν δημιουργήθηκαν δηλαδή αυτόματα, απλά προτιμούν και αναπτύσσονται σε ανθρωπογενή περιβάλλοντα που εξυπηρετούν καλύτερα τις φυσιολογικές τους απαιτήσεις.
Εν κατακλείδι και κατά την προσωπική μου άποψη, όλα τα φυτά στην ύπαιθρο θα πρέπει να χαρακτηρίζονται δασικά, πλην εκείνων που καλλιεργεί ο άνθρωπος και εκτός των γενετικά τροποποιημένων, τα υπόλοιπα προήλθαν είτε απ΄ευθείας από φυσικά φυτά ή προέκυψαν από διασταυρώσεις διαφόρων φυσικών συγγενών ειδών.
Επιπρόσθετα θα πρέπει να διαχωρίσουμε από το δασικό χαρακτήρα και τα φυτά που αναπτύσσονται σε υφάλμυρα έλη και αλοφυτικούς σχηματισμούς των αμμωδών παραλιών των γενών Salicornea, Arthrocnemum, και των ειδών Jungus maritimus, Limonium sinuatum, Euphorbia terracina, Euphorbia paralias, Crucianella maritima, Pangratium maritimum, Medicago marina, Eryngium maritimum, Anthemis tomentosa, κ.α., καθώς και των βραχωδών σχηματισμών που βρέχονται ή επηρεάζονται άμεσα από το χειμέριο κύμα και η βλάστηση συντίθεται συνήθως από τα είδη Crithmum maritimum, Frankenia hirsuta, Limonium graecum, Salsola aegaea, Cakile maritima, Salsola kali κ.α. Εξαίρεση θα πρέπει να αποτελούν οι δασικοί σχηματισμοί με αρμυρίκια και αρκεύθους (Tamarix spp. και Juniperus macrocarpa), που αναπτύσσονται σε υφάλμυρα έλη και αμμώδεις παραλίες αντίστοιχα.
Επειδή οι παραπάνω περιοχές δεν συνιστούν δάση με τη στενή έννοια του όρου, αλλά φέρουν εξειδικευμένη βλάστηση, δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνουν εκτός της δασικής προστατευτικής νομοθεσίας. Γνωρίζουμε ότι συνιστούν εξαιρετικές από την άποψη της βιοποικιλότητας και της εσωτερικής τους λειτουργίας περιοχές, οι οποίες πρέπει να διατηρήσουν τον ειδικευμένο χαρακτήρα.
Επίσης θα πρέπει να προστατευτούν στο πλαίσιο της δασικής νομοθεσίας περιοχές που συνίστανται από οξύφιλους τυρφώνες, κινούμενες και σταθερές θίνες των παραλιών, ολιγοτροφικά στάσιμα ύδατα και γυψόφιλους βλαστητικούς σχηματισμούς.
Οι ως άνω σχηματισμοί αν και δεν αποτελούν δάση, θα πρέπει να μνημονεύονται ως εξαιρετικές περιπτώσεις. Στις εξαιρέσεις θα πρέπει να προστεθούν και οι περιοχές άνω των δασοορίων των υψηλών ορέων (τις καλούμενες από τους δασολόγους ψευδαλπικές) με λιβαδικούς σχηματισμούς ή με ακανθώδεις θάμνους αστραγάλων και αρκεύθων, τα βραχώδη λιβάδια, οι σάρες και οι απόκρημνες βραχώδεις περιοχές με χασμοφυτική βλάστηση. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει συνοδευτικός κατάλογος των ειδών που συμπεριλαμβάνονται σε διεθνείς και εθνικούς καταλόγους ειδικής προστασίας και τα βιβλία των «ερυθρών δεδομένων».
Τέλος, από πρακτικής άποψης, ίσως θα πρέπει να μνημονεύονται οι εξαψήφιοι κωδικοί των τύπων οικοτόπων, όπως έχουν διατυπωθεί από την απογραφή του προγράμματος NATURA 2000, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τις διάφορες φυτοκοινωνικές μονάδες των χερσαίων και εσωτερικών ή παράκτιων υδάτινων οικοσυστημάτων. Σε κάθε όμως ειδική περίπτωση, θα πρέπει για την εκτίμηση αν κάποιο είδος είναι δασικό ή όχι και αν είναι προστατευόμενο είδος, να αποφαίνεται μια πιο εξειδικευμένη επιτροπή εμπειρογνωμόνων, όχι αναγκαστικά δασολόγων, που κατά την άποψή μου θα πρέπει να προβλέπεται σαφώς σε περιπτώσεις αμφισβητήσεων.
Γιώργος Καρέτσο
Δασολόγος Ερευνητής ΕΘΙΑΓΕ.



