Παρατηρήσεις για τον ορισμό του δάσους

Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι,

Θα επιθυμούσα να εκφράσω κάποιες σκέψεις για τον ορισμό του δάσους, που τελευταία έρχεται εκ νέου στο προσκήνιο των συζητήσεων.

Κατ' αρχή θα πρέπει να πούμε ότι για τον ίδιο τον ορισμό του δάσους δεν έχω να προσθέσω κάτι σημαντικό, πλην της δυναμικής εξέλιξης των δασικών οικοσυστημάτων που δεν εμπεριέχεται στον ορισμό. Όπως γνωρίζουμε από την επιστήμη της οικολογίας τα οικοσυστήματα έχουν μία εσωτερική δυναμική με την τάση ισορροπίας σε συνθετότερες μορφές βλάστησης και την τελική τους εξέλιξη προς τις λεγόμενες κλιμακικές καταστάσεις σταθερότητας (διεθνής ορολογία climax). Τα ελληνικά οικοσυστήματα είναι γνωστό ότι έχουν υποστεί σοβαρές επιρροές από τον άνθρωπο και στην ουσία δεν υφίστανται κλιμακικά οικοσυστήματα, αλλά όλα φέρουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την ανθρώπινη σφραγίδα στην ιστορία τους και στη σημερινή τους μορφή. Η διαφοροποίηση που παρουσιάζουν οφείλεται καθαρά στο βαθμό της έντασης της εκμετάλλευσης του παρελθόντος και του χρόνου άρσης των πιέσεων. Επειδή οι αλλαγές στη σύνθεση και τη δομή των δασικών οικοσυστημάτων είναι εξαιρετικά αργές και δεν είναι εύκολο ο άνθρωπος να τις παρακολουθήσει στο πεπερασμένο προσδόκιμο της ηλικίας του, θα πρέπει οπωσδήποτε να επιστρατευθεί η επιστήμη της οικολογίας και ακόμη η επιστήμη της παλαιοβοτανικής και φυτογεωγραφίας, ώστε να πείσουμε τους αμφιβάλλοντες ότι τα οικοσυστήματα αυτά εξελίσσονται.

Έχω την εντύπωση ότι αυτή η δυναμική δεν εκφράζεται στον ορισμό, αλλά αποπνέει μια αίσθηση μόνο της εσωτερικής του λειτουργίας σε καταστάσεις σταθερότητας. Εάν όμως στον ορισμό του δάσους έμπαινε κάποια πρόταση που να έκφραζε και τη δυναμική του ως οικοσυστήματος, με την έννοια ότι ένα συμπαγές δάσος μπορεί να παραμένει σταθερό στη διάρκεια του χρόνου, είτε να διαφοροποιείται προς πλέον σύνθετες μορφές (μικτό, διφυές κλπ) ή ακόμη και με την αλλαγή του κυριαρχούντος είδους (θετική εξέλιξη), είτε να οδηγείται σε απλούστερες μορφές υποβάθμισης λόγω εξωγενών παραγόντων (βοσκή, υλοτομία, πυρκαγιά) (αρνητική εξέλιξη), τότε ο ορισμός θα μπορούσε να είναι πληρέστερος. Με την έννοια αυτή δεν θα τίθετο θέμα ορισμού των λεγόμενων δασικών εκτάσεων αλλά θα αποτελούσαν μορφές υποβάθμισης παλαιότερων δασών που μορφοποιήθηκαν από εξωτερικές αιτίες και οι οποίες θα μπορούσαν να αποκτήσουν μορφή δάσους εάν δεν υφίσταντο τις συνεχείς εξωτερικές οχλήσεις.

Το ίδιο ισχύει και για τις λεγόμενες χορτολιβαδικές εκτάσεις, όπου τίθεται ένα μείζον ζήτημα. Πολύ σωστές οι παρατηρήσεις του συναδέλφου Αποστολίδη. Επιπρόσθετα θα ήθελα να επισημάνω ότι χορτολιβαδικές εκτάσεις με την στενή έννοια του όρου δεν υφίστανται στον ελληνικό χώρο, πλην ίσως των λιβαδιών των μεγάλων υψομέτρων και ορισμένων αντίστοιχων καταστάσεων στη βόρεια χώρα. Όλες οι υπόλοιπες πεδινές εκτάσεις της χώρας μας καλύπτονται από φρυγανώδη βλάστηση και φυσικά με μεγάλη συμμετοχή ποωδών φυτών συνήθως θεροφύτων με πολύ μικρό κύκλο ζωής που εξαφανίζονται το θέρος και διατηρούνται στο έδαφος μόνο με μορφή σπόρων και επιπλέον ημικρυπτοφύτων ή βολβοφύτων που το υπέργειο τμήμα τους χάνεται κατά τη διάρκεια της ξηρής περιόδου. Στα φρυγανώδη είδη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται όλα τα πολυετή φυτά που εμφανίζουν λιγνιτοποιημένο κορμό. Τα είδη αυτά καταλαμβάνουν σημαντικές εκτάσεις, εφόσον αναπτύσσονται σ' ολόκληρο σχεδόν το νησιωτικό χώρο και τις παραλιακές ξηροθερμικές περιοχές της χώρας μας. Αυτά τα φρυγανικά οικοσυστήματα δυστυχώς από κάποιους αδαείς συναδέλφους ή ενδεχομένως γνώστες αλλά οσφυοκάμπτες προς αλλότρια συμφέροντα, χαρακτηρίστηκαν ως χορτολιβαδικές εκτάσεις. Οι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε ότι οι φρυγανότοποι είναι δασικές υποβαθμίσεις. Φυσικά θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ότι οι διαβρώσεις που έχουν υποστεί τα εδάφη αυτά δεν έχουν τη δυνατότητα να υποστηρίξουν πλουσιότερη βλάστηση. Αυτό όμως δεν είναι βέβαιο και δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια αν οι εκτάσεις αυτές θα μπορούσαν να ανακάμψουν σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με την προϋπόθεση ότι θα αφεθούν ελεύθερες χωρίς εξωτερικές πιέσεις. Είναι επίσης σημαντικό να τονίσουμε τον εξέχοντα προστατευτικό και υδρολογικό τους ρόλο και την πλούσια χλωρίδα που φιλοξενούν. Εκτός των άλλων τα φρύγανα μπορούν να αναπτύσσονται και σε βραχώδεις περιοχές ως χασμόφυτα και με την έννοια αυτή θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπάρχουν βραχώδεις ακάλυπτες εκτάσεις, αλλά πάντοτε υφίσταται μια πενιχρή ίσως αλλά σημαντική κάλυψη βλάστησης πλην ίσως των παραλιακών βράχων που επηρεάζονται άμεσα από το χειμέριο κύμα. Αναμφίβολα λοιπόν όλες αυτές οι εκτάσεις πρέπει να χαρακτηρισθούν δασικές και σε καμία περίπτωση χορτολιβαδικές.

Επιπλέον, και σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να πούμε ότι είναι λάθος να ορίζουμε το δάσος με την έκταση που κατέχει. Κανένας άλλος επιστημονικός κλάδος δεν περιλαμβάνει σε νόμο τον ορισμό των επιστημονικών όρων. Για να διαγνώσει ένας γιατρός ότι ο ασθενής πάσχει από μια ασθένεια, δεν καλείται να μνημονεύσει κάποιο νομικό όρο. Μία έκταση λοιπόν όσο μικρή και αν είναι εφόσον καλύπτεται από φυσική βλάστηση είναι δάσος. Αγρια και ήμερη βλάστηση είναι φούμαρα και δεν στέκει σε καμιά επιστημονική κριτική. Οι όποιες αμφισβητήσεις είναι πλασματικές και δημιουργούνται από τις κακές ή τις ανύπαρκτες οριοθετήσεις των χρήσεων. Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί η χωροθέτηση των χρήσεων είναι «εκ των ων ουκ άνευ» και δεν θα έθετε ζητήματα ορισμού του δάσους. Αυτό που πρέπει εσπευσμένα να ορισθεί είναι οι διάφορες χρήσεις και όχι το δάσος. Δηλαδή για να γίνομαι και περισσότερο πεζός, αν μια έκταση με φυσική βλάστηση δεν χαρακτηρίζεται δάσος, αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να την κάνει ότι θέλει; Και τα δικαιώματα του δημοσίου που υφίστανται άραγε;

Με τις παραπάνω παρατηρήσεις θα ήθελα να προσθέσω και τις σκέψεις που κατέθεσε παλαιότερα ο καθηγητής της εδαφολογίας ο κύριος Γιάσογλου. Έλεγε λοιπόν ότι για να ξεφύγουμε από την έννοια της δυναμικής που εμπεριέχεται στο δάσος και στη φυσική βλάστηση γενικότερα θα πρέπει να συζητούμε μόνο για δασικά και μη δασικά εδάφη, πράγμα που θα μπορούσε να μας απεμπλέξει από τη σημερινή δίσεκτη κατάσταση των χαρακτηρισμών, που εμπεριέχει μεγάλο υποκειμενισμό στην εκτίμηση και τον τελικό χαρακτηρισμό. Εάν επί παραδείγματι θεωρούσαμε ως δασικά εδάφη όλα όσα το βάθος τους κυμαίνεται από τα 0 έως τα 40 εκατοστά θα απλοποιούταν σημαντικά το ζήτημα. Η χαρτογράφηση άλλωστε των εδαφών αυτών είναι περισσότερο εύκολη και δεν εμπεριέχει καταστάσεις αμφισβητήσεων. Προσωπικά τη βρίσκω σωστή κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι ίσως ευκαιρία να ανοίξει κάποιος διάλογος. Βέβαια με τη σημερινή διαμορφωμένη κατάσταση, δεν γνωρίζω πόσο εύκολο είναι να ανατραπεί μια ισχύουσα νοοτροπία που φαλκιδεύει προκαταβολικά οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής.

Γιώργος Καρέτσος Δασολόγος,

Ερευνητής ΕΘΙΑΓΕ Αθήνα,

Νοέμβριος 2010